Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιαθετώ

ρήμα
•
  1. αρρωσταίνω ελαφρά Βικιλεξικό
  2. για γυναίκεςέχω την έμμηνο ρύση μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιαθετώ < αδιάθετος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαδιαθετώαδιαθετείςαδιαθετείαδιαθετούμεαδιαθετείτεαδιαθετούν / αδιαθετούνε
Παρατατικόςαδιαθετούσααδιαθετούσεςαδιαθετούσεαδιαθετούσαμεαδιαθετούσατεαδιαθετούσαν / αδιαθετούσανε
Αόριστοςαδιαθέτησααδιαθέτησεςαδιαθέτησεαδιαθετήσαμεαδιαθετήσατεαδιαθέτησαν / αδιαθετήσαν / αδιαθετήσανε
Μέλλονταςθα αδιαθετήσω / θα αδιαθετώθα αδιαθετήσεις / θα αδιαθετείςθα αδιαθετήσει / θα αδιαθετείθα αδιαθετήσουμε / θα αδιαθετούμεθα αδιαθετήσετε / θα αδιαθετείτεθα αδιαθετήσουν / θα αδιαθετήσουνε / θα αδιαθετούν / θα αδιαθετούνε
Παρακείμενοςέχω αδιαθετήσειέχεις αδιαθετήσειέχει αδιαθετήσειέχουμε αδιαθετήσειέχετε αδιαθετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αδιαθετήσειείχες αδιαθετήσειείχε αδιαθετήσειείχαμε αδιαθετήσει——
Υποτακτικήνα έχω αδιαθετήσει / να αδιαθετήσω / να αδιαθετώνα έχεις αδιαθετήσει / να αδιαθετήσεις / να αδιαθετείςνα έχει αδιαθετήσει / να αδιαθετήσει / να αδιαθετείνα έχουμε αδιαθετήσει / να αδιαθετήσουμε / να αδιαθετούμενα έχετε αδιαθετήσει / να αδιαθετήσετε / να αδιαθετείτενα αδιαθετήσουν / να αδιαθετήσουνε / να αδιαθετούν / να αδιαθετούνε
Προστακτική—αδιαθέτει / αδιαθέτησε——αδιαθετήστε / αδιαθετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →