αδιαθετώ
•
- αρρωσταίνω ελαφρά Βικιλεξικό
- για γυναίκεςέχω την έμμηνο ρύση μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαθετώ < αδιάθετος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδιαθετώ | αδιαθετείς | αδιαθετεί | αδιαθετούμε | αδιαθετείτε | αδιαθετούν / αδιαθετούνε |
| Παρατατικός | αδιαθετούσα | αδιαθετούσες | αδιαθετούσε | αδιαθετούσαμε | αδιαθετούσατε | αδιαθετούσαν / αδιαθετούσανε |
| Αόριστος | αδιαθέτησα | αδιαθέτησες | αδιαθέτησε | αδιαθετήσαμε | αδιαθετήσατε | αδιαθέτησαν / αδιαθετήσαν / αδιαθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα αδιαθετήσω / θα αδιαθετώ | θα αδιαθετήσεις / θα αδιαθετείς | θα αδιαθετήσει / θα αδιαθετεί | θα αδιαθετήσουμε / θα αδιαθετούμε | θα αδιαθετήσετε / θα αδιαθετείτε | θα αδιαθετήσουν / θα αδιαθετήσουνε / θα αδιαθετούν / θα αδιαθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω αδιαθετήσει | έχεις αδιαθετήσει | έχει αδιαθετήσει | έχουμε αδιαθετήσει | έχετε αδιαθετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδιαθετήσει | είχες αδιαθετήσει | είχε αδιαθετήσει | είχαμε αδιαθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδιαθετήσει / να αδιαθετήσω / να αδιαθετώ | να έχεις αδιαθετήσει / να αδιαθετήσεις / να αδιαθετείς | να έχει αδιαθετήσει / να αδιαθετήσει / να αδιαθετεί | να έχουμε αδιαθετήσει / να αδιαθετήσουμε / να αδιαθετούμε | να έχετε αδιαθετήσει / να αδιαθετήσετε / να αδιαθετείτε | να αδιαθετήσουν / να αδιαθετήσουνε / να αδιαθετούν / να αδιαθετούνε |
| Προστακτική | — | αδιαθέτει / αδιαθέτησε | — | — | αδιαθετήστε / αδιαθετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →