αδιαλλαξία
•
- η στάση του αδιάλλακτου, η εμμονή κάποιου στις θέσεις του, η άρνηση για οποιοδήποτε συμβιβασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαλλαξία < αδιάλλακτ(ος) + -σία < α- στερητικό + διά + αλλαγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαλλαξία | αδιαλλαξίες |
| Γενική | αδιαλλαξίας | αδιαλλαξιών |
| Αιτιατική | αδιαλλαξία | αδιαλλαξίες |
| Κλητική | αδιαλλαξία | αδιαλλαξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →