αδιασκέδαστος
•
- που ζει ή ζούσε χωρίς διασκεδάσεις Βικιλεξικό
- λόγιοαδιασκόρπιστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιασκέδαστος < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιασκέδαστος | αδιασκέδαστη | αδιασκέδαστο |
| Γενική | αδιασκέδαστου | αδιασκέδαστης | αδιασκέδαστου |
| Αιτιατική | αδιασκέδαστο | αδιασκέδαστη | αδιασκέδαστο |
| Κλητική | αδιασκέδαστε | αδιασκέδαστη | αδιασκέδαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιασκέδαστοι | αδιασκέδαστες | αδιασκέδαστα |
| Γενική | αδιασκέδαστων | αδιασκέδαστων | αδιασκέδαστων |
| Αιτιατική | αδιασκέδαστους | αδιασκέδαστες | αδιασκέδαστα |
| Κλητική | αδιασκέδαστοι | αδιασκέδαστες | αδιασκέδαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →