διασκεδάζω
•
- μεταβατικόκάνω κάποιον να χαμογελάσει ή να γελάσει ή να νιώσει ευχάριστα Βικιλεξικό
- με διασκεδάζουν τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
- μεταβατικόψυχαγωγώ κάποιον Βικιλεξικό
- ο οικοδεσπότης κάλεσε έναν γελωτοποιό να διασκεδάσει τους καλεσμένους του
- αμετάβατοχαμογελώ ή γελώ ή νιώθω ευχάριστα με κάτι που γίνεται Βικιλεξικό
- διασκεδάζω με τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
- αμετάβατοψυχαγωγούμαι Βικιλεξικό
- σήμερα θα βγούμε έξω να διασκεδάσουμε
- σπάνιοδιασκορπίζω Βικιλεξικό
- πρέπει να κάνουμε κάτι για να διασκεδάσουμε τις υποψίες του
Ετυμολογία
διασκεδάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασκεδάζω (διασκορπίζω) < αρχαία ελληνική διασκεδάννυμι (από τον αόριστο διεσκέδασα) < δια- + σκεδάννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sqhed- :* για τους σύγχρονους όρους < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dissiper
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασκεδάζω | διασκεδάζεις | διασκεδάζει | διασκεδάζουμε | διασκεδάζετε | διασκεδάζουν / διασκεδάζουνε |
| Παρατατικός | διασκέδαζα | διασκέδαζες | διασκέδαζε | διασκεδάζαμε | διασκεδάζατε | διασκέδαζαν / διασκεδάζαν / διασκεδάζανε |
| Αόριστος | — | διασκέδασες | διασκέδασε | διασκεδάσαμε | διασκεδάσατε | διασκέδασαν / διασκεδάσαν / διασκεδάσανε |
| Μέλλοντας | θα διασκεδάζω / θα διασκεδάσω | θα διασκεδάζεις / θα διασκεδάσεις | θα διασκεδάζει / θα διασκεδάσει | θα διασκεδάζουμε / θα διασκεδάσουμε | θα διασκεδάζετε / θα διασκεδάσετε | θα διασκεδάζουν / θα διασκεδάζουνε / θα διασκεδάσουν / θα διασκεδάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασκεδάσει | έχεις διασκεδάσει | έχει διασκεδάσει | έχουμε διασκεδάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασκεδάσει | είχες διασκεδάσει | είχε διασκεδάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασκεδάσει / να διασκεδάζω / να διασκεδάσω | να έχεις διασκεδάσει / να διασκεδάζεις / να διασκεδάσεις | να διασκεδάζει / να διασκεδάσει / να έχει διασκεδάσει | να έχουμε διασκεδάσει / να διασκεδάζουμε / να διασκεδάσουμε | να διασκεδάζετε / να διασκεδάσετε | να διασκεδάζουν / να διασκεδάζουνε / να διασκεδάσουν / να διασκεδάσουνε |
| Προστακτική | — | διασκέδαζε / διασκέδασε | — | — | διασκεδάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διασκεδάστηκαδιασκεδάζομαιδιασκεδάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →