αδιατίμητος
•
- οικονομίαπου δεν έχει διατιμηθεί σε χρήμα από την αγορανομία (βλ. λ. διατίμηση) ή που υφίσταται αδυναμία να διατιμηθεί Βικιλεξικό
- αδιατίμητα εμπορεύματα
Ετυμολογία
αδιατίμητος < καθαρεύουσα ἀδιατίμητος, -ος, -ον. Αναλύεται σε α- (στερητικό) + διατιμώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιατίμητος | αδιατίμητη | αδιατίμητο |
| Γενική | αδιατίμητου | αδιατίμητης | αδιατίμητου |
| Αιτιατική | αδιατίμητο | αδιατίμητη | αδιατίμητο |
| Κλητική | αδιατίμητε | αδιατίμητη | αδιατίμητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιατίμητοι | αδιατίμητες | αδιατίμητα |
| Γενική | αδιατίμητων | αδιατίμητων | αδιατίμητων |
| Αιτιατική | αδιατίμητους | αδιατίμητες | αδιατίμητα |
| Κλητική | αδιατίμητοι | αδιατίμητες | αδιατίμητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →