τιμή
•
- το χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για να αποκτήσει ένα ορισμένο πράγμα ή υπηρεσία Βικιλεξικό
- ο σεβασμός που έχουν ή δείχνουν άλλοι για κάποιον, και η δήλωση αυτού του σεβασμού Βικιλεξικό
- η προσωπική αντίληψη κάποιου για τη δική του αξία που απορρέει από τη φύση του ως ανθρώπου Βικιλεξικό
- η καλή φήμη κάποιου η οποία στηρίζεται στην προσωπική αίσθηση του ηθικού ορθού και δικαίου Βικιλεξικό
- προνόμιο Βικιλεξικό
- ήταν τιμή μου να γευματίσω με τον τάδε
- μαθηματικάμέγεθος ή ποσότητα που εκφράζει μια μεταβλητή Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςvalue: το περιεχόμενο μεταβλητής (variable) ή το αποτέλεσμα συνάρτησης (return value) που μπορεί να είναι ένας αρχέγονος τύπος (primitive) ή ένας σύνθετος (composite data type) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τιμή :* μαθηματική τιμή < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική valeur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμή | τιμές |
| Γενική | τιμής | τιμών |
| Αιτιατική | τιμή | τιμές |
| Κλητική | τιμή | τιμές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →