αδικαιολόγητος
•
- που δεν έχει δικαιολογία και άρα δε συγχωρείται Βικιλεξικό
- Έχω θυμώσει πολύ μαζί σου! Είσαι τελείως αδικαιολόγητος που μας έστησες χτες βράδυ!
- όποιος ξεπεράσει τις 50 αδικαιολόγητες απουσίες μένει στην ίδια τάξη
- που δεν έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι ακατανόητος ή θεωρείται άδικος Βικιλεξικό
- αδικαιολόγητη η ανησυχία για νέο σεισμό, λένε οι επιστήμονες
- αδικαιολόγητη επίθεση από άγνωστο μέρα μεσημέρι
Ετυμολογία
αδικαιολόγητος < α- στερητικό + δικαιολογώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδικαιολόγητος | αδικαιολόγητη | αδικαιολόγητο |
| Γενική | αδικαιολόγητου | αδικαιολόγητης | αδικαιολόγητου |
| Αιτιατική | αδικαιολόγητο | αδικαιολόγητη | αδικαιολόγητο |
| Κλητική | αδικαιολόγητε | αδικαιολόγητη | αδικαιολόγητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδικαιολόγητοι | αδικαιολόγητες | αδικαιολόγητα |
| Γενική | αδικαιολόγητων | αδικαιολόγητων | αδικαιολόγητων |
| Αιτιατική | αδικαιολόγητους | αδικαιολόγητες | αδικαιολόγητα |
| Κλητική | αδικαιολόγητοι | αδικαιολόγητες | αδικαιολόγητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →