δικαιολογημένος
•
- που έχει δικαιολογία και άρα συγχωρείται ή δεν καταλογίζεται Βικιλεξικό
- άργησε να έρθει αλλά είναι δικαιολογημένος λόγω της απεργίας των λεωφορείων
- στο σχολείο οι απουσίες λόγω ασθένειας θεωρούνται δικαιολογημένες
- που έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι κατανοητός ή θεωρείται δίκαιος Βικιλεξικό
- δικαιολογημένη αγανάκτηση νιώθουν οι κάτοικοι του χωριού για την εγκατάλειψή τους από το κράτος
- δικαιολογημένη έκρηξη οργής
Ετυμολογία
δικαιολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου δικαιολογώ
Άλλοι τύποι
δικαιολογημέναδικαιολογημένεδικαιολογημένεςδικαιολογημένηδικαιολογημένηςδικαιολογημένοδικαιολογημένοιδικαιολογημένοςδικαιολογημένουδικαιολογημένουςδικαιολογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →