Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιολιπώδης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιπικός < αγγλική adipic < λατινική adeps < αρχαία ελληνική ἄλειφαρ (αντιδάνειο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιπικόςαδιπικήαδιπικό
Γενικήαδιπικούαδιπικήςαδιπικού
Αιτιατικήαδιπικόαδιπικήαδιπικό
Κλητικήαδιπικέαδιπικήαδιπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιπικοίαδιπικέςαδιπικά
Γενικήαδιπικώναδιπικώναδιπικών
Αιτιατικήαδιπικούςαδιπικέςαδιπικά
Κλητικήαδιπικοίαδιπικέςαδιπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →