αλείφω
•
- επιχρίω με υγρή ή λιπαρή ουσία Βικιλεξικό
- Θρεψίνη (και ιδιωματικά θρεψίνα) είναι η σταφυλόκρεμα. Τη χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή γλυκισμάτων, αλλά και την άλειφαν πάνω στο ψωμί, όπως τη μαρμελάδα. (Βούλα Μάστορη, Στο γυμνάσιο, εκδ. Πατάκη, 2023)
- πασαλείφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλείφω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀλείφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂leibʰ-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλείφω | αλείφεις | αλείφει | αλείφουμε | αλείφετε | αλείφουν / αλείφουνε |
| Παρατατικός | άλειφα | άλειφες | άλειφε | αλείφαμε | αλείφατε | άλειφαν / αλείφαν / αλείφανε |
| Αόριστος | άλειψα | άλειψες | άλειψε | αλείψαμε | αλείψατε | άλειψαν / αλείψαν / αλείψανε |
| Μέλλοντας | θα αλείφω / θα αλείψω | θα αλείφεις / θα αλείψεις | θα αλείφει / θα αλείψει | θα αλείφουμε / θα αλείψουμε | θα αλείφετε / θα αλείψετε | θα αλείφουν / θα αλείφουνε / θα αλείψουν / θα αλείψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλείψει | έχεις αλείψει | έχει αλείψει | έχουμε αλείψει | έχετε αλείψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλείψει | είχες αλείψει | είχε αλείψει | είχαμε αλείψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλείψει / να αλείφω / να αλείψω | να έχεις αλείψει / να αλείφεις / να αλείψεις | να έχει αλείψει / να αλείφει / να αλείψει | να έχουμε αλείψει / να αλείφουμε / να αλείψουμε | να έχετε αλείψει / να αλείφετε / να αλείψετε | να αλείφουν / να αλείφουνε / να αλείψουν / να αλείψουνε |
| Προστακτική | — | άλειφε / άλειψε | — | — | αλείφετε / αλείψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →