Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιόρατος

/a.ðiˈo.ɾa.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διακρίνεται με πολύ μεγάλη δυσκολία, που ίσα ίσα φαίνεται Βικιλεξικό
    • Ο Αμπατζόγλου αφηγείται τις συνειδητά μπανάλ ιστορίες του με αδιόρατη ειρωνεία, ή καλύτερα αυτοειρωνεία, αφού οι ήρωές του δείχνουν, ακόμη και με τα ονόματά τους, να παραπέμπουν στον ίδιο. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, εκδ. Πατάκη, 1995, σελ. 25)
    • Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/345888_proto-brady-toy-kalokairioy)
    • Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

αδιόρατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδιόρατος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική imperceptible

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιόρατοςαδιόρατηαδιόρατο
Γενικήαδιόρατουαδιόρατηςαδιόρατου
Αιτιατικήαδιόρατοαδιόρατηαδιόρατο
Κλητικήαδιόρατεαδιόρατηαδιόρατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιόρατοιαδιόρατεςαδιόρατα
Γενικήαδιόρατωναδιόρατωναδιόρατων
Αιτιατικήαδιόρατουςαδιόρατεςαδιόρατα
Κλητικήαδιόρατοιαδιόρατεςαδιόρατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →