Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδύνατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί Βικιλεξικό
    • ο συνεπιβάτης του γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και υψώνει το βλέμμα προς το μέρος του. Ο Αμεδαίος όμως είναι πάντα τελείως αόρατος. Ο συνεπιβάτης του είναι αδύνατο να τον δει όπως στέκεται τώρα σκυμμένος (Αλέξανδρος Σχοινάς, Αναφορά Περιπτώσεων, εκ.δ Πρόοδος, 1989, σελ. 396)
  2. ο λεπτός Βικιλεξικό
    • Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πατάκης, 2023)
  3. που δεν έχει μεγάλη δύναμη ή δεν είναι ανθεκτικός ή έχει μεγάλη ικανότητα σε κάτι Βικιλεξικό
  4. που δεν έχει μεγάλη οικονομική δυνατότητα Βικιλεξικό
    • (ουσιαστικοποιημένο, με κατεβασμένο τόνο στη γενική ενικού-πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού)
  5. γραμματικήπου δεν τονίζεται, αλλά συνεκφέρεται με άλλη λέξη Βικιλεξικό
    • οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας

Ετυμολογία

αδύνατος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀδύνατος < ἀ- στερητικό + δυνατός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδύνατοςαδύνατηαδύνατο
Γενικήαδύνατουαδύνατηςαδύνατου
Αιτιατικήαδύνατοαδύνατηαδύνατο
Κλητικήαδύνατεαδύνατηαδύνατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδύνατοιαδύνατεςαδύνατα
Γενικήαδύνατωναδύνατωναδύνατων
Αιτιατικήαδύνατουςαδύνατεςαδύνατα
Κλητικήαδύνατοιαδύνατεςαδύνατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →