αδυνατίζω
•
- αμετάβατοχάνω βάρος και γίνομαι πιο αδύνατος Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι λιγότερο ισχυρός, εξασθενώ Βικιλεξικό
- η άμυνα σ' αυτό το σημείο του τείχους είχε αδυνατίσει
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον απώλεια βάρους ή/και δυνάμεων Βικιλεξικό
- τον αδυνάτισε η αρρώστια
- ο σκακιστής με μια λανθασμένη κίνηση αδυνάτισε την άμυνά του
Ετυμολογία
αδυνατίζω < μεσαιωνική ελληνική < αδύνατος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδυνατίζω | αδυνατίζεις | αδυνατίζει | αδυνατίζουμε | αδυνατίζετε | αδυνατίζουν / αδυνατίζουνε |
| Παρατατικός | αδυνάτιζα | αδυνάτιζες | αδυνάτιζε | αδυνατίζαμε | αδυνατίζατε | αδυνάτιζαν / αδυνατίζαν / αδυνατίζανε |
| Αόριστος | αδυνάτισα | αδυνάτισες | αδυνάτισε | αδυνατίσαμε | αδυνατίσατε | αδυνάτισαν / αδυνατίσαν / αδυνατίσανε |
| Μέλλοντας | θα αδυνατίζω / θα αδυνατίσω | θα αδυνατίζεις / θα αδυνατίσεις | θα αδυνατίζει / θα αδυνατίσει | θα αδυνατίζουμε / θα αδυνατίσουμε | θα αδυνατίζετε / θα αδυνατίσετε | θα αδυνατίζουν / θα αδυνατίζουνε / θα αδυνατίσουν / θα αδυνατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αδυνατίσει | έχεις αδυνατίσει | έχει αδυνατίσει | έχουμε αδυνατίσει | έχετε αδυνατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδυνατίσει | είχες αδυνατίσει | είχε αδυνατίσει | είχαμε αδυνατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδυνατίσει / να αδυνατίζω / να αδυνατίσω | να έχεις αδυνατίσει / να αδυνατίζεις / να αδυνατίσεις | να έχει αδυνατίσει / να αδυνατίζει / να αδυνατίσει | να έχουμε αδυνατίσει / να αδυνατίζουμε / να αδυνατίσουμε | να έχετε αδυνατίσει / να αδυνατίζετε / να αδυνατίσετε | να αδυνατίζουν / να αδυνατίζουνε / να αδυνατίσουν / να αδυνατίσουνε |
| Προστακτική | — | αδυνάτιζε / αδυνάτισε | — | — | αδυνατίζετε / αδυνατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →