αερίζω
•
- εκθέτω ένα χώρο ή κάποιο υλικό στον αέρα του περιβάλλοντος Βικιλεξικό
- αερίστηκε το δωμάτιο
- Μια φορά το μήνα, όταν έχει καλό καιρό, αερίζω τις ντουλάπες.
Ετυμολογία
αερίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀερίζω. Διαφορετικό τα αρχαίο ἀερίζω (είμα λεπτός σαν αέρας).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αερίζω | αερίζεις | αερίζει | αερίζουμε | αερίζετε | αερίζουν / αερίζουνε |
| Παρατατικός | αέριζα | αέριζες | αέριζε | αερίζαμε | αερίζατε | αέριζαν / αερίζαν / αερίζανε |
| Αόριστος | αέρισα | αέρισες | αέρισε | αερίσαμε | αερίσατε | αέρισαν / αερίσαν / αερίσανε |
| Μέλλοντας | θα αερίζω / θα αερίσω | θα αερίζεις / θα αερίσεις | θα αερίζει / θα αερίσει | θα αερίζουμε / θα αερίσουμε | θα αερίζετε / θα αερίσετε | θα αερίζουν / θα αερίζουνε / θα αερίσουν / θα αερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αερίσει | έχεις αερίσει | έχει αερίσει | έχουμε αερίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αερίσει | είχες αερίσει | είχε αερίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αερίσει / να αερίζω / να αερίσω | να έχεις αερίσει / να αερίζεις / να αερίσεις | να έχει αερίσει / να αερίζει / να αερίσει | να έχουμε αερίσει / να αερίζουμε / να αερίσουμε | να αερίζετε / να αερίσετε | να αερίζουν / να αερίζουνε / να αερίσουν / να αερίσουνε |
| Προστακτική | — | αέριζε / αέρισε | — | — | αερίζετε / αερίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αερίστηκααερίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →