Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαερίζω

/e.ksa.eˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. κάνω εξαερισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαερίζω < εξ- + αερίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική αερίζω). Διαφορετική η σημασία του μεσαιωνικού ἐξαερίζω (εξατμίζω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξαερίζωεξαερίζειςεξαερίζειεξαερίζουμεεξαερίζετεεξαερίζουν / εξαερίζουνε
Παρατατικόςεξαέριζαεξαέριζεςεξαέριζεεξαερίζαμεεξαερίζατεεξαέριζαν / εξαερίζαν / εξαερίζανε
Αόριστοςεξαέρισαεξαέρισεςεξαέρισεεξαερίσαμεεξαερίσατεεξαέρισαν / εξαερίσαν / εξαερίσανε
Μέλλονταςθα εξαερίζω / θα εξαερίσωθα εξαερίζεις / θα εξαερίσειςθα εξαερίζει / θα εξαερίσειθα εξαερίζουμε / θα εξαερίσουμεθα εξαερίζετε / θα εξαερίσετεθα εξαερίζουν / θα εξαερίζουνε / θα εξαερίσουν / θα εξαερίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξαερίσειέχεις εξαερίσειέχει εξαερίσειέχουμε εξαερίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξαερίσειείχες εξαερίσειείχε εξαερίσει———
Υποτακτικήνα έχω εξαερίσει / να εξαερίζω / να εξαερίσωνα έχεις εξαερίσει / να εξαερίζεις / να εξαερίσειςνα έχει εξαερίσει / να εξαερίζει / να εξαερίσεινα έχουμε εξαερίσει / να εξαερίζουμε / να εξαερίσουμενα εξαερίζετε / να εξαερίσετενα εξαερίζουν / να εξαερίζουνε / να εξαερίσουν / να εξαερίσουνε
Προστακτική—εξαέριζε / εξαέρισε——εξαερίζετε / εξαερίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξαερίστηκαεξαερίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →