αερομαχητικός
•
- στρατιωτικός όροςπου έχει σχέση με αερομαχίες, αναφέρεται σʼ αυτές ή παίρνει μέρος σʼ αυτές Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαερομαχητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερομαχητικός < αερο- + μαχητικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αερομαχητικός | αερομαχητική | αερομαχητικό |
| Γενική | αερομαχητικού | αερομαχητικής | αερομαχητικού |
| Αιτιατική | αερομαχητικό | αερομαχητική | αερομαχητικό |
| Κλητική | αερομαχητικέ | αερομαχητική | αερομαχητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αερομαχητικοί | αερομαχητικές | αερομαχητικά |
| Γενική | αερομαχητικών | αερομαχητικών | αερομαχητικών |
| Αιτιατική | αερομαχητικούς | αερομαχητικές | αερομαχητικά |
| Κλητική | αερομαχητικοί | αερομαχητικές | αερομαχητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →