Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αερομαχητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςπου έχει σχέση με αερομαχίες, αναφέρεται σʼ αυτές ή παίρνει μέρος σʼ αυτές Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαερομαχητικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αερομαχητικός < αερο- + μαχητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαερομαχητικόςαερομαχητικήαερομαχητικό
Γενικήαερομαχητικούαερομαχητικήςαερομαχητικού
Αιτιατικήαερομαχητικόαερομαχητικήαερομαχητικό
Κλητικήαερομαχητικέαερομαχητικήαερομαχητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαερομαχητικοίαερομαχητικέςαερομαχητικά
Γενικήαερομαχητικώναερομαχητικώναερομαχητικών
Αιτιατικήαερομαχητικούςαερομαχητικέςαερομαχητικά
Κλητικήαερομαχητικοίαερομαχητικέςαερομαχητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →