Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αέρας

/aˈe.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το σύνολο των άοσμων, άχρωμων και άγευστων αερίων που μας περιβάλλει στην ατμόσφαιρα και που το αναπνέουν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί Βικιλεξικό
    • ανοίγω / κλείνω τον αέρα
  2. το σύνολο των άοσμων, άχρωμων και άγευστων αερίων που μας περιβάλλει στην ατμόσφαιρα και που το αναπνέουν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί Βικιλεξικό
  3. γενικότεραο άνεμος (πληθυντικός: αέρηδες) Βικιλεξικό
    • Τι αέρα έχετε εκεί κάτω; Να πάρουμε χειμωνιάτικα ρούχα;
  4. μεταφορικάη άνεση, η χάρη στη συμπεριφορά και τις κινήσεις, η αυτοπεποίθηση λόγω εμπειρίας, επιδεξιότητας ή αλαζονείας Βικιλεξικό
    • Τώρα πια πήρε τον αέρα της δουλειάς.
    • Από τότε που γύρισε από το Παρίσι, έχει άλλον αέρα.
  5. μεταφορικάτο αντίθετο της ενοχλητικής ή δυσλειτουργικής πυκνότητας Βικιλεξικό
    • Θέλει λίγο αέρα, είναι πολύ πηγμένη η σελίδα του περιοδικού όπως τη στήσαμε.
  6. μεταφορικάμια γενικότερη αίσθηση, ψυχολογικό κλίμα Βικιλεξικό
    • αέρας αισιοδοξίας / αλλαγής / ανανέωσης
    • αέρας μυστηρίου
    • Κάτι πλανάται στον αέρα.
  7. εκκλησιαστικός όροςτο κάλυμμα του Αγίου Δισκοπότηρου και του Αγίου Δίσκου στη λειτουργία Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αήρ
    • Ο αέρας καλύπτει και συμβολίζει τη νεκρική σινδόνη του Ιησού.
  8. ιστορίαελληνική ιαχή μάχης στο στρατό Βικιλεξικό
  9. οικοδομικήτο δικαίωμα οικοδόμησης σε κενή ταράτσα κτιρίου Βικιλεξικό
    • Στην κόρη του άφησε κληρονομιά μόνο τον αέρα του τριώροφου.
  10. οικονομίαη υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, (κατ’ επέκταση), το χρηματικό ποσό που αναλογεί σ' αυτήν Βικιλεξικό
    • Μας ζητάει αέρα 10.000 ευρώ.
  11. ραδιόφωνοστην έκφραση στον αέρα· σε ζωντανή μετάδοση, όχι μαγνητοσκοπημένα Βικιλεξικό
    • Ησυχία στο στούντιο! Τελειώνουν οι διαφημίσεις και σε 3 δεύτερα θα είμαστε στον αέρα.
    • Η συνέντευξή του βγήκε στον αέρα χτες στις 2.30 μ.μ.
  12. φιλοσοφίαστοιχείο της φύσης και του πνεύματος που για τους προσωκρατικούς φιλοσόφους είχε ιδιαίτερη σημασία στην κοσμογονία Βικιλεξικό
    • Σ αέρας, το νερό, η γη και η φωτιά, με τη φιλότητα και την έχθρα (έλξη και διάσπαση) δίνουν σε όλα ζωή (Εμπεδοκλής)

Ετυμολογία

αέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀέρας < αρχαία ελληνική ἀήρ, σπό την αιτιατική ενικού τόν ἀέρα :* για την εκκλησιαστική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀήρ :* για τη σημασία «άνεση στη συμπεριφορά» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική air

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαέραςαέρες / αέρηδες
Γενικήαέρααέρηδων / αέρων
Αιτιατικήαέρααέρες / αέρηδες
Κλητικήαέρααέρες / αέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →