αέρας
•
- το σύνολο των άοσμων, άχρωμων και άγευστων αερίων που μας περιβάλλει στην ατμόσφαιρα και που το αναπνέουν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί Βικιλεξικό
- ανοίγω / κλείνω τον αέρα
- το σύνολο των άοσμων, άχρωμων και άγευστων αερίων που μας περιβάλλει στην ατμόσφαιρα και που το αναπνέουν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί Βικιλεξικό
- γενικότεραο άνεμος (πληθυντικός: αέρηδες) Βικιλεξικό
- Τι αέρα έχετε εκεί κάτω; Να πάρουμε χειμωνιάτικα ρούχα;
- μεταφορικάη άνεση, η χάρη στη συμπεριφορά και τις κινήσεις, η αυτοπεποίθηση λόγω εμπειρίας, επιδεξιότητας ή αλαζονείας Βικιλεξικό
- Τώρα πια πήρε τον αέρα της δουλειάς.
- Από τότε που γύρισε από το Παρίσι, έχει άλλον αέρα.
- μεταφορικάτο αντίθετο της ενοχλητικής ή δυσλειτουργικής πυκνότητας Βικιλεξικό
- Θέλει λίγο αέρα, είναι πολύ πηγμένη η σελίδα του περιοδικού όπως τη στήσαμε.
- μεταφορικάμια γενικότερη αίσθηση, ψυχολογικό κλίμα Βικιλεξικό
- αέρας αισιοδοξίας / αλλαγής / ανανέωσης
- αέρας μυστηρίου
- Κάτι πλανάται στον αέρα.
- εκκλησιαστικός όροςτο κάλυμμα του Αγίου Δισκοπότηρου και του Αγίου Δίσκου στη λειτουργία Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αήρ
- Ο αέρας καλύπτει και συμβολίζει τη νεκρική σινδόνη του Ιησού.
- ιστορίαελληνική ιαχή μάχης στο στρατό Βικιλεξικό
- οικοδομικήτο δικαίωμα οικοδόμησης σε κενή ταράτσα κτιρίου Βικιλεξικό
- Στην κόρη του άφησε κληρονομιά μόνο τον αέρα του τριώροφου.
- οικονομίαη υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, (κατ’ επέκταση), το χρηματικό ποσό που αναλογεί σ' αυτήν Βικιλεξικό
- Μας ζητάει αέρα 10.000 ευρώ.
- ραδιόφωνοστην έκφραση στον αέρα· σε ζωντανή μετάδοση, όχι μαγνητοσκοπημένα Βικιλεξικό
- Ησυχία στο στούντιο! Τελειώνουν οι διαφημίσεις και σε 3 δεύτερα θα είμαστε στον αέρα.
- Η συνέντευξή του βγήκε στον αέρα χτες στις 2.30 μ.μ.
- φιλοσοφίαστοιχείο της φύσης και του πνεύματος που για τους προσωκρατικούς φιλοσόφους είχε ιδιαίτερη σημασία στην κοσμογονία Βικιλεξικό
- Σ αέρας, το νερό, η γη και η φωτιά, με τη φιλότητα και την έχθρα (έλξη και διάσπαση) δίνουν σε όλα ζωή (Εμπεδοκλής)
Ετυμολογία
αέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀέρας < αρχαία ελληνική ἀήρ, σπό την αιτιατική ενικού τόν ἀέρα :* για την εκκλησιαστική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀήρ :* για τη σημασία «άνεση στη συμπεριφορά» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική air
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αέρας | αέρες / αέρηδες |
| Γενική | αέρα | αέρηδων / αέρων |
| Αιτιατική | αέρα | αέρες / αέρηδες |
| Κλητική | αέρα | αέρες / αέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →