αεροναυτιλία
•
- αεροπορικός όροςοι γνώσεις και η τεχνική πλοήγησης και ελέγχου αεροσκαφών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεροναυτιλία < αερο- + ναυτιλία και μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική air navigation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεροναυτιλία | αεροναυτιλίες |
| Γενική | αεροναυτιλίας | αεροναυτιλιών |
| Αιτιατική | αεροναυτιλία | αεροναυτιλίες |
| Κλητική | αεροναυτιλία | αεροναυτιλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →