αεροναυτιλλόμενος
•
- που κινείται με κάποιο ιπτάμενο μέσο στον αέρα Βικιλεξικό
- Η Τουρκία εξέδωσε πριν από λίγες ημέρες NOTAM (αγγελία προς αεροναυτιλλομένους) με την οποία δεσμεύει ένα τμήμα του Βορείου Αιγαίου, μεταξύ Σκύρου, Λέσβου, Αγίου Ευστρατίου και Ψαρών, προκειμένου να πραγματοποιήσει στρατιωτικές ασκήσεις…
- Μόνιμο πεδίο βολής που ουσιαστικά «κόβει στη μέση το Αιγαίο» διεκδικεί η Τουρκία, εκδίδοντας την περασμένη Παρασκευή παράτυπη αγγελία προς αεροναυτιλλομένους (ΝΟΤΑΜ) και δεσμεύοντας μία τεράστια περιοχή από τα δυτικά της Σκύρου μέχρι και ανατολικά της Λήμνου εντός του FIR Αθηνών.
Ετυμολογία
αεροναυτιλλόμενος < αερο- + ναυτιλλόμενος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεροναυτιλλόμενος | αεροναυτιλλόμενοι |
| Γενική | αεροναυτιλλομένου / αεροναυτιλλόμενου | αεροναυτιλλομένων / αεροναυτιλλόμενων |
| Αιτιατική | αεροναυτιλλόμενο | αεροναυτιλλομένους / αεροναυτιλλόμενους |
| Κλητική | αεροναυτιλλόμενε | αεροναυτιλλόμενοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →