Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροπορία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αεροπορικός όροςτο σύνολο των ανθρώπων, τεχνικών μέσων και δομών που αφορούν στη μετακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων στον αέρα Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη Πολεμική Αεροπορία Βικιλεξικό
    • Αεροπορία Στρατού: μονάδες ελικοπτέρων που ανήκουν στο Στρατό Ξηράς
  3. λέξη που συμπεριλαμβάνεται στην ονομασία μιας εταιρείας αερομεταφορών Βικιλεξικό
    • η Ολυμπιακή Αεροπορία

Ετυμολογία

αεροπορία < αεροπόρ(ος) + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαεροπορίααεροπορίες
Γενικήαεροπορίαςαεροποριών
Αιτιατικήαεροπορίααεροπορίες
Κλητικήαεροπορίααεροπορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →