αζήτητος
•
- που δεν τον έχει ζητήσει κανείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αζήτητος < αρχαία ελληνική ἀζήτητος, ρηματικό επίθετο σε -τος από το στερητικό ἀ- +ζητέω, -ῶ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αζήτητος | αζήτητη | αζήτητο |
| Γενική | αζήτητου | αζήτητης | αζήτητου |
| Αιτιατική | αζήτητο | αζήτητη | αζήτητο |
| Κλητική | αζήτητε | αζήτητη | αζήτητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αζήτητοι | αζήτητες | αζήτητα |
| Γενική | αζήτητων | αζήτητων | αζήτητων |
| Αιτιατική | αζήτητους | αζήτητες | αζήτητα |
| Κλητική | αζήτητοι | αζήτητες | αζήτητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →