Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αζήτητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχει ζητήσει κανείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αζήτητος < αρχαία ελληνική ἀζήτητος, ρηματικό επίθετο σε -τος από το στερητικό ἀ- +ζητέω, -ῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζήτητοςαζήτητηαζήτητο
Γενικήαζήτητουαζήτητηςαζήτητου
Αιτιατικήαζήτητοαζήτητηαζήτητο
Κλητικήαζήτητεαζήτητηαζήτητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζήτητοιαζήτητεςαζήτητα
Γενικήαζήτητωναζήτητωναζήτητων
Αιτιατικήαζήτητουςαζήτητεςαζήτητα
Κλητικήαζήτητοιαζήτητεςαζήτητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →