Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αηδιαστικός

/a.i.ði.a.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί αηδία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αηδιαστικός < (αηδιάζω) αοριστικό θέμα αηδιασ- + -τικός (μαρτυρείται από το 1886)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαηδιαστικόςαηδιαστικήαηδιαστικό
Γενικήαηδιαστικούαηδιαστικήςαηδιαστικού
Αιτιατικήαηδιαστικόαηδιαστικήαηδιαστικό
Κλητικήαηδιαστικέαηδιαστικήαηδιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαηδιαστικοίαηδιαστικέςαηδιαστικά
Γενικήαηδιαστικώναηδιαστικώναηδιαστικών
Αιτιατικήαηδιαστικούςαηδιαστικέςαηδιαστικά
Κλητικήαηδιαστικοίαηδιαστικέςαηδιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →