Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθιβολή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοαμφιβολία Βικιλεξικό
  2. κρητικάσκέψη, κουβέντα, συζήτηση Βικιλεξικό
    • αθιβολή δεν είχανε κι αθιβολή τους παίρνει για τς όμορφες , για τς άσχημες και για τις τιμημένες. Ο 'νας παινάει την μάνα του κι άλλος την ξαδερφή του, αρχίνησε κι ο Μαυριανός, παινάει την αδερφή του (Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Χάρης Πάτσης, 1995, σελ. 275)
    • Για να δεθεί βαθύτερα και η δική της η ανάμνηση μέσα στο δικό τους το μυαλό , για ν' ανανεώνεται η αθιβολή της στις κουβέντες που θα έκαναν στο μέλλον , για να την ταξιδεύουνε μαζί τους όπου κι αν πηγαίνανε να ζήσουν. (Ρέα Γαλανάκη, Η Άκρα Ταπείνωση, εκδ. Καστανιώτη, 2015)

Ετυμολογία

αθιβολή < μεσαιωνική ελληνική ἀθιβολή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀμφιβάλλω < ἀμφί + βάλλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαθιβολήαθιβολές
Γενικήαθιβολήςαθιβολών
Αιτιατικήαθιβολήαθιβολές
Κλητικήαθιβολήαθιβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →