αμφιβάλλω
•
- + για + αιτιατικήδεν είμαι βέβαιος, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι σωστό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμφιβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμφιβάλλω (αρχαία σημασία: ρίχνω τριγύρω, σε όλες τις μεριές, αγκαλιάζω) < ἀμφι-+ βάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε αμφι- + βάλλω.
Άλλοι τύποι
αμφέβαλααμφέβαλλααμφιβάλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →