Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθροίσιμος

/aˈθɾi.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να προστεθεί, να αθροιστεί Βικιλεξικό
    • αθροίσιμα μεγέθη
  2. μαθηματικάΜία ακολουθία a_n λέγεται αθροίσιμη αν και μόνο αν η ακολουθία s_n=a_1+a_2+..+a_n συγκλίνει. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθροίσιμος < θέμα αθροίσ- από το αθροίζω + -ιμος. Η ελληνιστική λέξη ἀθροίσιμος, επίθετο, για ημέρα που συγκεντρώνονται οι πιστοί.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθροίσιμοςαθροίσιμηαθροίσιμο
Γενικήαθροίσιμουαθροίσιμηςαθροίσιμου
Αιτιατικήαθροίσιμοαθροίσιμηαθροίσιμο
Κλητικήαθροίσιμεαθροίσιμηαθροίσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθροίσιμοιαθροίσιμεςαθροίσιμα
Γενικήαθροίσιμωναθροίσιμωναθροίσιμων
Αιτιατικήαθροίσιμουςαθροίσιμεςαθροίσιμα
Κλητικήαθροίσιμοιαθροίσιμεςαθροίσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →