αθωώνω
•
- νομικός όροςκρίνω κάποιον αθώο σε δικαστήριο και τον απαλλάσσω από τις κατηγορίες που τον βαραίνουν Βικιλεξικό
- Το Εφετείο τον αθώωσε παμψηφεί.
Ετυμολογία
αθωώνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀθωώνω < ελληνιστική κοινή ἀθῳ(ῶ) -ώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αθωώνω | αθωώνεις | αθωώνει | αθωώνουμε | αθωώνετε | αθωώνουν / αθωώνουνε |
| Παρατατικός | αθώωνα | αθώωνες | αθώωνε | αθωώναμε | αθωώνατε | αθωώναν / αθωώνανε / αθώωναν |
| Αόριστος | αθώωσα | αθώωσες | αθώωσε | αθωώσαμε | αθωώσατε | αθωώσαν / αθωώσανε / αθώωσαν |
| Μέλλοντας | θα αθωώνω / θα αθωώσω | θα αθωώνεις / θα αθωώσεις | θα αθωώνει / θα αθωώσει | θα αθωώνουμε / θα αθωώσουμε | θα αθωώνετε / θα αθωώσετε | θα αθωώνουν / θα αθωώνουνε / θα αθωώσουν / θα αθωώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αθωώσει | έχεις αθωώσει | έχει αθωώσει | έχουμε αθωώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αθωώσει | είχες αθωώσει | είχε αθωώσει | είχαμε αθωώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αθωώσει / να αθωώνω / να αθωώσω | να έχεις αθωώσει / να αθωώνεις / να αθωώσεις | να έχει αθωώσει / να αθωώνει / να αθωώσει | να έχουμε αθωώσει / να αθωώνουμε / να αθωώσουμε | να αθωώνετε / να αθωώσετε | να αθωώνουν / να αθωώνουνε / να αθωώσουν / να αθωώσουνε |
| Προστακτική | — | αθώωνε / αθώωσε | — | — | αθωώνετε / αθωώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αθωώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →