καταδικάζω
•
- επιβάλλω τιμωρία αφού δικάσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδικάζω < αρχαία ελληνική καταδικάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταδικάζω | καταδικάζεις | καταδικάζει | καταδικάζουμε | καταδικάζετε | καταδικάζουν / καταδικάζουνε |
| Παρατατικός | καταδίκαζα | καταδίκαζες | καταδίκαζε | καταδικάζαμε | καταδικάζατε | καταδίκαζαν / καταδικάζαν / καταδικάζανε |
| Αόριστος | καταδίκασα | καταδίκασες | καταδίκασε | καταδικάσαμε | καταδικάσατε | καταδίκασαν / καταδικάσαν / καταδικάσανε |
| Μέλλοντας | θα καταδικάζω / θα καταδικάσω | θα καταδικάζεις / θα καταδικάσεις | θα καταδικάζει / θα καταδικάσει | θα καταδικάζουμε / θα καταδικάσουμε | θα καταδικάζετε / θα καταδικάσετε | θα καταδικάζουν / θα καταδικάζουνε / θα καταδικάσουν / θα καταδικάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταδικάσει | έχεις καταδικάσει | έχει καταδικάσει | έχουμε καταδικάσει | έχετε καταδικάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταδικάσει | είχες καταδικάσει | είχε καταδικάσει | είχαμε καταδικάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταδικάσει / να καταδικάζω / να καταδικάσω | να έχεις καταδικάσει / να καταδικάζεις / να καταδικάσεις | να έχει καταδικάσει / να καταδικάζει / να καταδικάσει | να έχουμε καταδικάσει / να καταδικάζουμε / να καταδικάσουμε | να έχετε καταδικάσει / να καταδικάζετε / να καταδικάσετε | να καταδικάζουν / να καταδικάζουνε / να καταδικάσουν / να καταδικάσουνε |
| Προστακτική | — | καταδίκαζε / καταδίκασε | — | — | καταδικάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταδικάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →