αιγαγροπίλημα
•
- λόγιοσβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου (αίγαγρου) και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά Βικιλεξικό
- λόγιοαντίδοτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιγαγροπίλημα < αίγαγρος + -ο- + πίλημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιγαγροπίλημα | αιγαγροπιλήματα |
| Γενική | αιγαγροπιλήματος | αιγαγροπιλημάτων |
| Αιτιατική | αιγαγροπίλημα | αιγαγροπιλήματα |
| Κλητική | αιγαγροπίλημα | αιγαγροπιλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →