πεντζέχρι
•
- ιδιωματικόσβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά Βικιλεξικό
- ιδιωματικόαντίδοτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεντζέχρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική panzehir < περσική پادزهر (pâdzahr) < پاد (pâd-: προστασία) + زهر (zahr: δηλητήριο, φαρμάκι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντζέχρι | πεντζέχρια |
| Γενική | πεντζεχριού | πεντζεχριών |
| Αιτιατική | πεντζέχρι | πεντζέχρια |
| Κλητική | πεντζέχρι | πεντζέχρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →