αιθανάλη
•
- χημείαοργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, οξυγόνο και υδρογόνο (C2H4O) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιθανάλη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ethanal < ethane < ethyl < γερμανική Ethyl < Ether < λατινική aetner < αρχαία ελληνική αἰθήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιθανάλη | αιθανάλες |
| Γενική | αιθανάλης | αιθαναλών |
| Αιτιατική | αιθανάλη | αιθανάλες |
| Κλητική | αιθανάλη | αιθανάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →