αιθεροβατώ
•
- κυριολεκτικάπερπατάω στον αιθέρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν έχω επαφή με την πραγματικότητα, δεν είμαι ρεαλιστής, είμαι αιθεροβάμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιθεροβατώ < (ελληνιστική κοινή) < αἰθήρ + βαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιθεροβατώ | αιθεροβατείς | αιθεροβατεί | αιθεροβατούμε | αιθεροβατείτε | αιθεροβατούν / αιθεροβατούνε |
| Παρατατικός | αιθεροβατούσα | αιθεροβατούσες | αιθεροβατούσε | αιθεροβατούσαμε | αιθεροβατούσατε | αιθεροβατούσαν / αιθεροβατούσανε |
| Αόριστος | αιθεροβάτησα | αιθεροβάτησες | αιθεροβάτησε | αιθεροβατήσαμε | αιθεροβατήσατε | αιθεροβάτησαν / αιθεροβατήσαν / αιθεροβατήσανε |
| Μέλλοντας | θα αιθεροβατήσω / θα αιθεροβατώ | θα αιθεροβατήσεις / θα αιθεροβατείς | θα αιθεροβατήσει / θα αιθεροβατεί | θα αιθεροβατήσουμε / θα αιθεροβατούμε | θα αιθεροβατήσετε / θα αιθεροβατείτε | θα αιθεροβατήσουν / θα αιθεροβατήσουνε / θα αιθεροβατούν / θα αιθεροβατούνε |
| Παρακείμενος | έχω αιθεροβατήσει | έχεις αιθεροβατήσει | έχει αιθεροβατήσει | έχουμε αιθεροβατήσει | έχετε αιθεροβατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιθεροβατήσει | είχες αιθεροβατήσει | είχε αιθεροβατήσει | είχαμε αιθεροβατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αιθεροβατήσει / να αιθεροβατήσω / να αιθεροβατώ | να έχεις αιθεροβατήσει / να αιθεροβατήσεις / να αιθεροβατείς | να έχει αιθεροβατήσει / να αιθεροβατήσει / να αιθεροβατεί | να έχουμε αιθεροβατήσει / να αιθεροβατήσουμε / να αιθεροβατούμε | να έχετε αιθεροβατήσει / να αιθεροβατήσετε / να αιθεροβατείτε | να αιθεροβατήσουν / να αιθεροβατήσουνε / να αιθεροβατούν / να αιθεροβατούνε |
| Προστακτική | — | αιθεροβάτει / αιθεροβάτησε | — | — | αιθεροβατήστε / αιθεροβατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →