αιθριάζω
•
- είμαι ή γίνομαι αίθριος Βικιλεξικό
- μεταφορικάησυχάζω, γαληνεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιθριάζω < αρχαία ελληνική αἰθριάζω < αἴθριος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιθριάζω | αιθριάζεις | αιθριάζει | αιθριάζουμε | αιθριάζετε | αιθριάζουν / αιθριάζουνε |
| Παρατατικός | αιθρίαζα | αιθρίαζες | αιθρίαζε | αιθριάζαμε | αιθριάζατε | αιθρίαζαν / αιθριάζαν / αιθριάζανε |
| Αόριστος | αιθρίασα | αιθρίασες | αιθρίασε | αιθριάσαμε | αιθριάσατε | αιθρίασαν / αιθριάσαν / αιθριάσανε |
| Μέλλοντας | θα αιθριάζω / θα αιθριάσω | θα αιθριάζεις / θα αιθριάσεις | θα αιθριάζει / θα αιθριάσει | θα αιθριάζουμε / θα αιθριάσουμε | θα αιθριάζετε / θα αιθριάσετε | θα αιθριάζουν / θα αιθριάζουνε / θα αιθριάσουν / θα αιθριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αιθριάσει | έχεις αιθριάσει | έχει αιθριάσει | έχουμε αιθριάσει | έχετε αιθριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιθριάσει | είχες αιθριάσει | είχε αιθριάσει | είχαμε αιθριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αιθριάσει / να αιθριάζω / να αιθριάσω | να έχεις αιθριάσει / να αιθριάζεις / να αιθριάσεις | να έχει αιθριάσει / να αιθριάζει / να αιθριάσει | να έχουμε αιθριάσει / να αιθριάζουμε / να αιθριάσουμε | να έχετε αιθριάσει / να αιθριάζετε / να αιθριάσετε | να αιθριάζουν / να αιθριάζουνε / να αιθριάσουν / να αιθριάσουνε |
| Προστακτική | — | αιθρίαζε / αιθρίασε | — | — | αιθριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αιθριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →