αίθριος
•
- μετεωρολογίαο καιρός που δεν έχει σύννεφα αλλά λιακάδα Βικιλεξικό
- Ο αίθριος καιρός έχει ελάχιστη νέφωση, σύμφωνα με μια ορισμένη κλίμακα που καλύπτει τις διαβαθμίσεις από τον εντελώς ανέφελο μέχρι τον εντελώς νεφοσκεπή ουρανό.
- Ο κορυδαλλός, ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου από το βιβλίο Με λογισμό και μʼ όνειρο, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων, Ε' & ΣΤ' Δημοτικού, ※ @ebooks.edu.gr
- μεταφορικάγαλήνιος, ήσυχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αίθριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἴθριος < πιθανόν αἴθω (καίω) ή αἴθρη / αἴθρα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αίθριος | αίθρια | αίθριο |
| Γενική | αίθριου | αίθριας | αίθριου |
| Αιτιατική | αίθριο | αίθρια | αίθριο |
| Κλητική | αίθριε | αίθρια | αίθριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αίθριοι | αίθριες | αίθρια |
| Γενική | αίθριων | αίθριων | αίθριων |
| Αιτιατική | αίθριους | αίθριες | αίθρια |
| Κλητική | αίθριοι | αίθριες | αίθρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →