αιμασιά
•
- φράχτης από μικρές πλατιές πέτρες χωρίς αρμό, η ξερολιθιά Βικιλεξικό
- ξερολιθιά που συγκρατεί το χώμα σε πλαγιά, η πεζούλα Βικιλεξικό
- φράχτης από φυσικούς θάμνους ή κλαδιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιμασιά < αρχαία ελληνική αἱμασιά, άγνωστης ετυμολογίας. Δεν αποδεικνύεται η συσχέτιση με τη λατινική saepes.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιμασιά | αιμασιές |
| Γενική | αιμασιάς | αιμασιών |
| Αιτιατική | αιμασιά | αιμασιές |
| Κλητική | αιμασιά | αιμασιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →