μάντρα
•
- οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλπ Βικιλεξικό
- Ήταν ένας «μαντράς», ξέρεις έχει μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, αυτός αγόραζε και σκάφη και τα είχε και αυτά με τα τροχήλατα στη μάντρα! (Αριστομένης Φλουράκης, Τα θαύματα των Χαιρετισμών…σήμερα, εκδ. Γράμμα-Πρόμαχος, 2018, σ. 186-189)
- συνεκδοχικάο τοίχος που περιβάλλει το οικόπεδο, ο μαντρότοιχος Βικιλεξικό
- Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)
- παρωχημένοτο μαντρί, η στάνη Βικιλεξικό
- ινδουισμόςσυλλαβές που επαναλαμβάνουν οι διαλογιζόμενοι ως μορφή επίκλησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάντρα < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική μάνδρα που προφερόταν με [nd]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάντρα | μάντρες |
| Γενική | μάντρας | μαντρών |
| Αιτιατική | μάντρα | μάντρες |
| Κλητική | μάντρα | μάντρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →