αιματοκύλισμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αιματοκυλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιματοκύλισμα < (αιματοκυλίζω) αιματοκυλισ- + -μα. Δείτε και το αιματοκύλημα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιματοκύλισμα | αιματοκυλίσματα |
| Γενική | αιματοκυλίσματος | αιματοκυλισμάτων |
| Αιτιατική | αιματοκύλισμα | αιματοκυλίσματα |
| Κλητική | αιματοκύλισμα | αιματοκυλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →