αισθητικός
•
- που ασχολείται με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας Βικιλεξικό
- επάγγελμαπου ασχολείται επαγγελματικά με την ομορφιά και την περιποίηση του ανθρώπινου σώματος, π.χ. των μαλλιών, των νυχιών, του προσώπου Βικιλεξικό
- επάγγελμαπου εργάζεται σε ινστιτούτο αισθητικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισθητικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αισθητική / αισθητικός / αισθητικό | αισθητικές / αισθητικοί / αισθητικά |
| Γενική | αισθητικής / αισθητικού / αισθητικού | αισθητικών / αισθητικών / αισθητικών |
| Αιτιατική | αισθητική / αισθητικό / αισθητικό | αισθητικές / αισθητικούς / αισθητικά |
| Κλητική | αισθητική / αισθητικέ / αισθητικό | αισθητικές / αισθητικοί / αισθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →