αιτίαση
•
- λόγιοστοχευμένη κατηγορία, κατηγορία στρεφόμενη έναντι κάποιου Βικιλεξικό
- αρκετά ανέχτηκα τις ανακριβείς αιτιάσεις στο πρόσωπό μου
- διατύπωση ήπιας διαμαρτυρίας προς όργανο του κράτους ή της διοίκησης αυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιτίαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰτίασις μετάπλαση σε -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτίαση | αιτιάσεις |
| Γενική | αιτίασης | αιτιάσεων |
| Αιτιατική | αιτίαση | αιτιάσεις |
| Κλητική | αιτίαση | αιτιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →