επιτίμηση
•
- εκκλησιαστικός όροςποινή που επιβάλλεται σε κληρικούς από εκκλησιαστικό δικαστήριο Βικιλεξικό
- έντονη επίκριση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτίμηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιτίμησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτίμηση | επιτιμήσεις |
| Γενική | επιτίμησης | επιτιμήσεων |
| Αιτιατική | επιτίμηση | επιτιμήσεις |
| Κλητική | επιτίμηση | επιτιμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →