αιτιοκρατικός
•
- σχετικός ή σύμφωνος με τη φιλοσοφική αντίληψη της αιτιοκρατίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιτιοκρατικός < αιτιοκρατία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτιοκρατικός | αιτιοκρατική | αιτιοκρατικό |
| Γενική | αιτιοκρατικού | αιτιοκρατικής | αιτιοκρατικού |
| Αιτιατική | αιτιοκρατικό | αιτιοκρατική | αιτιοκρατικό |
| Κλητική | αιτιοκρατικέ | αιτιοκρατική | αιτιοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτιοκρατικοί | αιτιοκρατικές | αιτιοκρατικά |
| Γενική | αιτιοκρατικών | αιτιοκρατικών | αιτιοκρατικών |
| Αιτιατική | αιτιοκρατικούς | αιτιοκρατικές | αιτιοκρατικά |
| Κλητική | αιτιοκρατικοί | αιτιοκρατικές | αιτιοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →