αιτιολογώ
•
- προσπαθώ με τη λογική να βρω την αιτία ενός γεγονότος, αποδίδω ένα ή περισσότερα αίτια σε ένα αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- υποστηρίζω κάποιον/κάτι με λογικά επιχειρήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιτιολογώ < αιτία + -λογώ (<λόγος)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιτιολογώ | αιτιολογείς | αιτιολογεί | αιτιολογούμε | αιτιολογείτε | αιτιολογούν / αιτιολογούνε |
| Παρατατικός | αιτιολογούσα | αιτιολογούσες | αιτιολογούσε | αιτιολογούσαμε | αιτιολογούσατε | αιτιολογούσαν / αιτιολογούσανε |
| Αόριστος | αιτιολόγησα | αιτιολόγησες | αιτιολόγησε | αιτιολογήσαμε | αιτιολογήσατε | αιτιολογήσαν / αιτιολογήσανε / αιτιολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αιτιολογήσω / θα αιτιολογώ | θα αιτιολογήσεις / θα αιτιολογείς | θα αιτιολογήσει / θα αιτιολογεί | θα αιτιολογήσουμε / θα αιτιολογούμε | θα αιτιολογήσετε / θα αιτιολογείτε | θα αιτιολογήσουν / θα αιτιολογήσουνε / θα αιτιολογούν / θα αιτιολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω αιτιολογήσει | έχεις αιτιολογήσει | έχει αιτιολογήσει | έχουμε αιτιολογήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιτιολογήσει | είχες αιτιολογήσει | είχε αιτιολογήσει | είχαμε αιτιολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αιτιολογήσει / να αιτιολογήσω / να αιτιολογώ | να έχεις αιτιολογήσει / να αιτιολογήσεις / να αιτιολογείς | να έχει αιτιολογήσει / να αιτιολογήσει / να αιτιολογεί | να έχουμε αιτιολογήσει / να αιτιολογήσουμε / να αιτιολογούμε | να αιτιολογήσετε / να αιτιολογείτε | να αιτιολογήσουν / να αιτιολογήσουνε / να αιτιολογούν / να αιτιολογούνε |
| Προστακτική | — | αιτιολόγει / αιτιολόγησε | — | — | αιτιολογήστε / αιτιολογείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αιτιολογούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →