αιφνιδιάζω
•
- κάνω κάτι χωρίς να το περιμένει κανείς, ξαφνιάζω κάποιον Βικιλεξικό
- η πρόταση νόμου από την αντιπολίτευση αιφνιδίασε την κυβέρνηση
- ειδικότεραεπιτίθεμαι σε αντίπαλο την ώρα που εκείνος είναι ανέτοιμος να αμυνθεί Βικιλεξικό
- η ομάδα καταδρομών με νυχτερινή έφοδο αιφνιδίασε τον εχθρό
Ετυμολογία
αιφνιδιάζω < αιφνίδιος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιφνιδιάζω | αιφνιδιάζεις | αιφνιδιάζει | αιφνιδιάζουμε | αιφνιδιάζετε | αιφνιδιάζουν / αιφνιδιάζουνε |
| Παρατατικός | αιφνιδίαζα | αιφνιδίαζες | αιφνιδίαζε | αιφνιδιάζαμε | αιφνιδιάζατε | αιφνιδίαζαν / αιφνιδιάζαν / αιφνιδιάζανε |
| Αόριστος | αιφνιδίασα | αιφνιδίασες | αιφνιδίασε | αιφνιδιάσαμε | αιφνιδιάσατε | αιφνιδίασαν / αιφνιδιάσαν / αιφνιδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αιφνιδιάζω / θα αιφνιδιάσω | θα αιφνιδιάζεις / θα αιφνιδιάσεις | θα αιφνιδιάζει / θα αιφνιδιάσει | θα αιφνιδιάζουμε / θα αιφνιδιάσουμε | θα αιφνιδιάζετε / θα αιφνιδιάσετε | θα αιφνιδιάζουν / θα αιφνιδιάζουνε / θα αιφνιδιάσουν / θα αιφνιδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αιφνιδιάσει | έχεις αιφνιδιάσει | έχει αιφνιδιάσει | έχουμε αιφνιδιάσει | έχετε αιφνιδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιφνιδιάσει | είχες αιφνιδιάσει | είχε αιφνιδιάσει | είχαμε αιφνιδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αιφνιδιάσει / να αιφνιδιάζω / να αιφνιδιάσω | να έχεις αιφνιδιάσει / να αιφνιδιάζεις / να αιφνιδιάσεις | να έχει αιφνιδιάσει / να αιφνιδιάζει / να αιφνιδιάσει | να έχουμε αιφνιδιάσει / να αιφνιδιάζουμε / να αιφνιδιάσουμε | να έχετε αιφνιδιάσει / να αιφνιδιάζετε / να αιφνιδιάσετε | να αιφνιδιάζουν / να αιφνιδιάζουνε / να αιφνιδιάσουν / να αιφνιδιάσουνε |
| Προστακτική | — | αιφνιδίαζε / αιφνιδίασε | — | — | αιφνιδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αιφνιδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →