ξαφνιάζω
•
- προκαλώ τρόμο σε κάποιον κατά απροσδόκητο τρόπο Βικιλεξικό
- Η έφοδος της αστυνομίας ξάφνιασε τους αιφνιδιασμένους διαρρήκτες και τα έχασαν
- εκπλήσσω κάποιον Βικιλεξικό
- Θα τον περιμένω μαζί με την τούρτα των γενεθλίων μέσα στο πάρκινγκ του σπιτιού για να τον ξαφνιάσω καθώς θα επιστρέφει απ' το γραφείο
- μεσοπαθητικό, το ίδιο: με εκπλήσσουν, δέχομαι απότομα ένα ερέθισμα, μήνυμα Βικιλεξικό
- Ξαφνιάστηκα έτσι που πετάχτηκε απότομα μπροστά μου και δεν πρόλαβα να φρενάρω. Πάει κι η τούρτα...
Ετυμολογία
ξαφνιάζω < μεσαιωνική ελληνική ξαφνίζω και ἐξαφνίζω < αρχαία ελληνική ἐξαίφνης < ἐξ + αἴφνης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαφνιάζω | ξαφνιάζεις | ξαφνιάζει | ξαφνιάζουμε | ξαφνιάζετε | ξαφνιάζουν / ξαφνιάζουνε |
| Παρατατικός | ξάφνιαζα | ξάφνιαζες | ξάφνιαζε | ξαφνιάζαμε | ξαφνιάζατε | ξάφνιαζαν / ξαφνιάζαν / ξαφνιάζανε |
| Αόριστος | ξάφνιασα | ξάφνιασες | ξάφνιασε | ξαφνιάσαμε | ξαφνιάσατε | ξάφνιασαν / ξαφνιάσαν / ξαφνιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαφνιάζω / θα ξαφνιάσω | θα ξαφνιάζεις / θα ξαφνιάσεις | θα ξαφνιάζει / θα ξαφνιάσει | θα ξαφνιάζουμε / θα ξαφνιάσουμε | θα ξαφνιάζετε / θα ξαφνιάσετε | θα ξαφνιάζουν / θα ξαφνιάζουνε / θα ξαφνιάσουν / θα ξαφνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαφνιάσει | έχεις ξαφνιάσει | έχει ξαφνιάσει | έχουμε ξαφνιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαφνιάσει | είχες ξαφνιάσει | είχε ξαφνιάσει | είχαμε ξαφνιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαφνιάσει / να ξαφνιάζω / να ξαφνιάσω | να έχεις ξαφνιάσει / να ξαφνιάζεις / να ξαφνιάσεις | να έχει ξαφνιάσει / να ξαφνιάζει / να ξαφνιάσει | να έχουμε ξαφνιάσει / να ξαφνιάζουμε / να ξαφνιάσουμε | να ξαφνιάζετε / να ξαφνιάσετε | να ξαφνιάζουν / να ξαφνιάζουνε / να ξαφνιάσουν / να ξαφνιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξάφνιαζε / ξάφνιασε | — | — | ξαφνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξαφνιάζομαιξαφνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →