αιώρηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αιωρούμαι, όταν κάτι βρίσκεται στον αέρα Βικιλεξικό
- η αιώρηση του στρατιώτη από το ελικόπτερο
- η αίσθηση της αιώρησης έξω από το σώμα είναι μεταφυσική εμπειρία
- φυσικήη ταλάντωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιώρηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰώρησις :* για την φυσική έννοια < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική oscillation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιώρηση | αιωρήσεις |
| Γενική | αιώρησης | αιωρήσεων |
| Αιτιατική | αιώρηση | αιωρήσεις |
| Κλητική | αιώρηση | αιωρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →