αιωρούμαι
•
- ταλαντεύομαι, είμαι κρεμασμένος από ένα σταθερό σημείο και κουνιέμαι μπρος πίσω Βικιλεξικό
- είμαι μετέωρος, βρίσκομαι στον αέρα χωρίς να έρθω σε επαφή με τίποτα, κρέμομαι ή/και κινούμαι στον αέρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάείμαι αναποφάσιστος για κάτι Βικιλεξικό
- εκκρεμώ Βικιλεξικό
- για κάτι κακόείμαι αντιληπτή απειλή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιωρούμαι < αρχαία ελληνική αἰωροῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος αἰωρέω / αἰωρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιωρούμαι | αιωρείσαι | αιωρείται | αιωρούμαστε | αιωρείστε | αιωρούνται |
| Παρατατικός | αιωρούμουν | αιωρούσουν | αιωρούνταν | αιωρούμασταν / αιωρούμαστε | αιωρούσασταν / αιωρούσαστε | αιωρούνταν |
| Αόριστος | αιωρήθηκα | αιωρήθηκες | αιωρήθηκε | αιωρηθήκαμε | αιωρηθήκατε | αιωρήθηκαν / αιωρηθήκαν / αιωρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αιωρηθώ / θα αιωρούμαι | θα αιωρείσαι / θα αιωρηθείς | θα αιωρείται / θα αιωρηθεί | θα αιωρηθούμε / θα αιωρούμαστε | θα αιωρείστε / θα αιωρηθείτε | θα αιωρηθούν / θα αιωρηθούνε / θα αιωρούνται |
| Παρακείμενος | έχω αιωρηθεί | έχεις αιωρηθεί | έχει αιωρηθεί | έχουμε αιωρηθεί | έχετε αιωρηθεί | έχουν αιωρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιωρηθεί | είχες αιωρηθεί | είχε αιωρηθεί | είχαμε αιωρηθεί | είχατε αιωρηθεί | είχαν αιωρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αιωρηθεί / να αιωρηθώ / να αιωρούμαι | να έχεις αιωρηθεί / να αιωρείσαι / να αιωρηθείς | να έχει αιωρηθεί / να αιωρείται / να αιωρηθεί | να έχουμε αιωρηθεί / να αιωρηθούμε / να αιωρούμαστε | να έχετε αιωρηθεί / να αιωρείστε / να αιωρηθείτε | να έχουν αιωρηθεί / να αιωρηθούν / να αιωρηθούνε / να αιωρούνται |
| Προστακτική | — | αιωρήσου | — | — | αιωρείστε / αιωρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →