ακάματος
•
- ακούραστος, ακαταπόνητος Βικιλεξικό
- Ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών. Βολτάριζε με τους φίλους του στα χωράφια και παρατηρούσε, μέσα στο λιοπύρι, τις ακάματες εργασίες των αγροτών. (Παύλος Κοντέλλης: Τα «Εργαλεία της Παράδοσης», ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/4/2014 http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=585768)
Ετυμολογία
ακάματος < αρχαία ελληνική ἀκάματος < κάμνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακάματος | ακάματη | ακάματο |
| Γενική | ακάματου | ακάματης | ακάματου |
| Αιτιατική | ακάματο | ακάματη | ακάματο |
| Κλητική | ακάματε | ακάματη | ακάματο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακάματοι | ακάματες | ακάματα |
| Γενική | ακάματων | ακάματων | ακάματων |
| Αιτιατική | ακάματους | ακάματες | ακάματα |
| Κλητική | ακάματοι | ακάματες | ακάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →