Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάματος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σωματική ή ψυχική κούραση Βικιλεξικό
    • Κάματος εἶναι ποὺ μιλᾶ στενόχωρα καὶ κάψα. (Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)

Ετυμολογία

κάματος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάματος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάματοςκάματοι
Γενικήκάματου / καμάτουκάματων / καμάτων
Αιτιατικήκάματοκάματους / καμάτους
Κλητικήκάματεκάματοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →