Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακέντριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν κεντρίσει Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουν κεντρίσει Βικιλεξικό
  3. που δεν τον έχουν κεντρίσει Βικιλεξικό
  4. που δεν τον έχουν κεντρίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακέντριστος < μεσαιωνική ελληνική ἀκέντριστος < αρχαία ελληνική κεντρίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακέντριστοςακέντριστηακέντριστο
Γενικήακέντριστουακέντριστηςακέντριστου
Αιτιατικήακέντριστοακέντριστηακέντριστο
Κλητικήακέντριστεακέντριστηακέντριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακέντριστοιακέντριστεςακέντριστα
Γενικήακέντριστωνακέντριστωνακέντριστων
Αιτιατικήακέντριστουςακέντριστεςακέντριστα
Κλητικήακέντριστοιακέντριστεςακέντριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →