κεντρί
•
- εντομολογίαοξύ όργανο εντόμων με το οποίο εγχέουν τοξική ουσία τσιμπώντας κάποιο θύμα ή όποιον θεωρούν εχθρό Βικιλεξικό
- Τα τσιμπήματα από έντομα τύπου μέλισσας ή σφήκας προκαλούν μια τοπική φλεγμονώδη αντίδραση του δέρματος που είναι αποτέλεσμα του δηλητηρίου που ενίεται στον οργανισμό μας με το κεντρί του εντόμου. (εφ. Ελευθεροτυπία, 21/7/2009)
- κατ’ επέκτασηαιχμηρό αντικείμενο με το οποίο μπορούμε να τσιμπήσουμε ή να πονέσουμε κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάδηκτικό σχόλιο, υπαινιγμός ή αστείο και (κατ’ επέκταση) ο άνθρωπος που το κάνει Βικιλεξικό
- Όχι βεβαίως για να αποκαταστήσει το όνομα του Αριστείδη Στεργιάδη, αλλά για να προκαλέσει τον αναγνώστη και να τον προσκαλέσει σε ένα ταξίδι μνήμης, δίνοντάς του την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αποδράσει προς το χώρο εκείνο, όπου οι δύσκολες ιστορικοπολιτικές καταστάσεις υπαγόρευαν, άλλοτε άθελα και άλλοτε ηθελημένα, συμπεριφορές ακατανόητες, ανάρμοστες, εγωιστικές, εξωφρενικές, περίεργες, συμπεριφορές που ενώ γλύκαιναν τον αγέρα, έβγαζαν κι ένα φαρμακερό κεντρί που κένταγε μέχρι μέσα τις πονεμένες καρδιές, κι ας ήταν των απλών πολιτών. (εφ. Το Βήμα, 4/2/2013)
Ετυμολογία
κεντρί < μεσαιωνική ελληνική κεντρί < ελληνιστική κοινή κέντριον < αρχαία ελληνική κέντρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεντρί | κεντριά |
| Γενική | κεντριού | κεντριών |
| Αιτιατική | κεντρί | κεντριά |
| Κλητική | κεντρί | κεντριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →