ακίνητο
•
- νομικός όροςτο έδαφος και τα συστατικά του μέρη, δηλαδή τα οικοδομήματα, ό,τι αποφέρουν αυτά, καθώς και ό,τι υπάρχει στο υπέδαφος Βικιλεξικό
- Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.000 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (@tovima.gr)
Ετυμολογία
ακίνητο, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ακίνητος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακίνητο | ακίνητα |
| Γενική | ακίνητου / ακινήτου | ακινήτων |
| Αιτιατική | ακίνητο | ακίνητα |
| Κλητική | ακίνητο | ακίνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →